Το μεγαλύτερο πρόβλημα στον καιρό μας είναι η αδιαφορία

Κάποιος δίπλα μας υποφέρει. Κι εμείς κάνουμε scroll.
Μια είδηση για ένα παιδί που κακοποιήθηκε. Ένας ηλικιωμένος που ζει μόνος. Ένας συνάδελφος που καταρρέει σιωπηλά. Σταματάμε για λίγα δευτερόλεπτα, κουνάμε το κεφάλι και συνεχίζουμε. «Κρίμα…» Και κάπου εκεί τελειώνει η συμμετοχή μας.
Συνδεδεμένοι, αλλά μακριά
Ζούμε σε μια εποχή που μπορούμε να μάθουμε τι συμβαίνει στην άλλη άκρη του κόσμου, αλλά συχνά δεν ξέρουμε τι περνά ο άνθρωπος πίσω από τη διπλανή πόρτα. Έχουμε εκατοντάδες επαφές στο κινητό και ανθρώπους γύρω μας που δεν έχουν κανέναν να καλέσουν όταν δυσκολεύονται.
Οι δικαιολογίες της αδιαφορίας
Η αδιαφορία σπάνια εμφανίζεται με σκληρό πρόσωπο. Συνήθως φορά τις πιο συνηθισμένες δικαιολογίες: «Δεν είναι δική μου δουλειά». «Έχω κι εγώ τα προβλήματα μου». «Κάποιος άλλος θα βοηθήσει».
Και όσο περιμένουμε αυτόν τον «κάποιον», ένας άνθρωπος μένει αβοήθητος, μια αδικία συνεχίζεται, μια φωνή χαμηλώνει μέχρι να σωπάσει.
Όταν συνηθίζουμε τον πόνο
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι συνηθίζουμε. Συνηθίζουμε τον πόνο, τη βία, τη μοναξιά. Όσα χθες μας συγκλόνιζαν, σήμερα γίνονται ακόμη μία ανάρτηση ανάμεσα σε διαφημίσεις και αστεία βίντεο.
Το ενδιαφέρον χρειάζεται πράξεις
Φυσικά, δεν μπορούμε να σηκώσουμε όλο το βάρος του κόσμου. Μπορούμε όμως να σηκώσουμε το τηλέφωνο. Να ακούσουμε χωρίς να κοιτάμε την οθόνη. Να ρωτήσουμε «πώς είσαι;» και να περιμένουμε την αληθινή απάντηση. Να σταθούμε δίπλα σε κάποιον που αδικείται, ακόμη κι όταν αυτό μας ξεβολεύει.
Αυτό έχει κόστος: λίγα λεπτά, λίγη προσοχή, μερικές φορές θάρρος. Γι’ αυτό και η πραγματική δοκιμασία έρχεται αφού κλείσουμε την οθόνη. Όταν δούμε τον συνάδελφο να απομονώνεται. Όταν θυμηθούμε τον φίλο που χάθηκε. Όταν ακούσουμε ξανά φωνές από το διπλανό σπίτι. Εκεί αποφασίζουμε αν το ενδιαφέρον μας θα γίνει πράξη.
Αν ήμασταν εμείς;
Ας σκεφτούμε, λοιπόν, κάτι πριν προσπεράσουμε τον επόμενο άνθρωπο:
Αν αύριο ήμασταν εμείς εκείνοι που χρειάζονταν βοήθεια, θα μας αρκούσε ένα «κρίμα»;



